el rizador
ri
ri
ρι
za
θa
θα
dor
ˈðoɾ
δορ
podadortemblorsoñadortenedor

Ορισμός και σημασία του "rizador"στα ισπανικά

01

μπιγουντάκι, σιδερόκτυα

un utensilio que se usa para crear ondas o rizos en el cabello 
el rizador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rizadores
Παραδείγματα
Compré un rizador nuevo que no daña el cabello con el calor. 

Αγόρασα ένα νέο μπικουτί που δεν καταστρέφει τα μαλλιά με τη θερμότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store