teñido
te
te
τε
ñi
ˈɲi
νιι
do
ðo
δο
tejidotemido

Ορισμός και σημασία του "teñido"στα ισπανικά

01

βαμμένος, χρωματισμένος

describe el cabello al que se le ha cambiado el color artificialmente 
teñido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más teñido
συγκριτικός βαθμός
más teñido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
teñido
αρσενικό πληθυντικό
teñidos
θηλυκό ενικό
teñida
θηλυκό πληθυντικό
teñidas
θεματικό πεδίο
cabello, apariencia, cosmética
Παραδείγματα
Tiene el cabello teñido de rubio. 

Έχει τα μαλλιά βαμμένα ξανθά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store