Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calvo
01
φαλακρός
que no tiene pelo en la cabeza o ha perdido gran parte de él
Παραδείγματα
Le molesta estar calvo a tan joven edad.
Τον ενοχλεί να είναι φαλακρός σε τόσο νεαρή ηλικία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φαλακρός