calvo
Pronunciation
/kˈalβo/

Ορισμός και σημασία του "calvo"στα ισπανικά

01

φαλακρός

que no tiene pelo en la cabeza o ha perdido gran parte de él
calvo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más calvo
συγκριτικός βαθμός
más calvo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
calvo
αρσενικό πληθυντικό
calvos
θηλυκό ενικό
calva
θηλυκό πληθυντικό
calvas
Παραδείγματα
Le molesta estar calvo a tan joven edad.
Τον ενοχλεί να είναι φαλακρός σε τόσο νεαρή ηλικία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store