Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rizado
01
σγουρός, κατσαρός
que tiene el cabello con forma de rizos o curvas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más rizado
συγκριτικός βαθμός
más rizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rizado
αρσενικό πληθυντικό
rizados
θηλυκό ενικό
rizada
θηλυκό πληθυντικό
rizadas
Παραδείγματα
Su rizado natural es hermoso.
Το φυσικό του rizado είναι όμορφο.



























