Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pajarita
01
παπιγιόν, φιόγκος
una corbata con un lazo distintivo, usada como accesorio formal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pajaritas
Παραδείγματα
Prefiero las pajaritas a las corbatas largas.
Προτιμώ τις παπιγιόν από τις μακριές γραβάτες.



























