el bolso
bol
ˈbol
μπολ
so
so
σο
bollobolos

Ορισμός και σημασία του "bolso"στα ισπανικά

01

τσάντα, βαλίτσα

objeto que se usa para llevar cosas personales, generalmente con asas y de uso diario 
el bolso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bolsos
Παραδείγματα
El bolso está sobre la mesa. 

Η τσάντα είναι στο τραπέζι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store