el pijama
pi
pi
pi
ja
ˈxa
kha
ma
ma
ma
piyama

Ορισμός και σημασία του "pijama"στα ισπανικά

01

πιτζάμα

conjunto de ropa cómoda que se usa para dormir 
el pijama definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pijamas
Παραδείγματα
Me pongo el pijama antes de ir a la cama. 

Φοράω το πιτζάμια μου πριν πάω για ύπνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store