el chándal
chán
ˈʧan
chan
dal
dal
dal

Ορισμός και σημασία του "chándal"στα ισπανικά

01

φόρμα γυμναστικής, αθλητική ενδυμασία

un conjunto de ropa deportiva que consiste en una chaqueta y un pantalón holgados 
el chándal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chándals
Παραδείγματα
Se puso el chándal nuevo para ir a entrenar al parque. 

Φόρεσε το καινούριο φόρμα για να πάει να προπονηθεί στο πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store