Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El aluminio
[gender: masculine]
01
αλουμίνιο, αλουμίνιο (ελαφρύ μέταλλο)
metal ligero, resistente y plateado que se usa en muchas industrias
Παραδείγματα
El aluminio puede reciclarse muchas veces.
Το αλουμίνιο μπορεί να ανακυκλωθεί πολλές φορές.



























