Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El nitrógeno
[gender: masculine]
01
άζωτο, νιτρογόνο
gas incoloro y abundante en la atmósfera, esencial para los seres vivos y la formación de compuestos químicos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El nitrógeno líquido se usa en medicina y experimentos científicos.
Το υγρό άζωτο χρησιμοποιείται στην ιατρική και σε επιστημονικά πειράματα.



























