Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hidrógeno
[gender: masculine]
01
υδρογόνο
elemento químico más ligero, gas inflamable e incoloro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El hidrógeno se encuentra en muchas moléculas orgánicas.



























