Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El arbusto
01
θάμνος, θαμνώδης φυτό
planta de tamaño pequeño o mediano con varios tallos que crecen desde la base
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arbustos
Παραδείγματα
Plantaron un arbusto cerca de la ventana.
Φύτεψαν ένα θάμνο κοντά στο παράθυρο.



























