Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pantano
[gender: masculine]
01
βάλτος, έλος
terreno húmedo con agua estancada y vegetación
Παραδείγματα
Los insectos abundan en los pantanos.
Τα έντομα αφθονούν στους βάλτους.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
βάλτος, έλος