Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El telescopio
01
τηλεσκόπιο
instrumento que sirve para ver objetos lejanos, especialmente en el cielo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
telescopios
Παραδείγματα
El telescopio permitió descubrir nuevas estrellas.
Το τηλεσκόπιο επέτρεψε την ανακάλυψη νέων αστεριών.



























