el cohete
co
ko
ko
he
ˈe
e
te
te
te
filetetapetecasetesorbete

Ορισμός και σημασία του "cohete"στα ισπανικά

01

πύραυλος, βλήμα

vehículo propulsado que se lanza al espacio o se usa como arma 
el cohete definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cohetes
Παραδείγματα
El cohete despegó hacia la Estación Espacial. 

Ο πύραυλος απογειώθηκε προς τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.

02

πυροτέχνημα

artefacto que explota y produce luces o sonidos en celebraciones 
el cohete definition and meaning
Παραδείγματα
Lanzaron un cohete en la fiesta. 

Έριξαν ένα πυροτέχνημα στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store