Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cilindro
01
κύλινδρος, ένα στερεό αντικείμενο με δύο παράλληλες κυκλικές βάσεις και μια καμπύλη επιφάνεια
un objeto sólido con dos bases circulares paralelas y una superficie curva
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cilindros
Παραδείγματα
El niño rodó el cilindro de madera por el suelo.
Το παιδί έριξε τον ξύλινο κύλινδρο στο πάτωμα.



























