Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cifra
[gender: feminine]
01
ψηφίο, αριθμός
símbolo que representa un número del 0 al 9
Παραδείγματα
La cifra inicial del código postal indica la región.
Το πρώτο ψηφίο του ταχυδρομικού κώδικα υποδεικνύει την περιοχή.
02
ψηφίο, αριθμός
cantidad o número de elementos o personas
Παραδείγματα
Según las cifras, hay más de cien voluntarios en el proyecto.
Σύμφωνα με τους αριθμούς, υπάρχουν πάνω από εκατό εθελοντές στο έργο.
03
ποσό, ποσότητα
cantidad de dinero indicada o estimada
Παραδείγματα
Los donativos llegaron a la cifra de cien mil dólares.
Οι δωρεές έφτασαν στο ποσό των εκατό χιλιάδων δολαρίων.



























