Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hexágono
[gender: masculine]
01
εξάγωνο, σχήμα με έξι πλευρές
una figura plana con seis lados y seis ángulos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hexágonos
Παραδείγματα
Los azulejos del baño son hexágonos de color blanco.
Τα πλακάκια του μπάνιου είναι λευκά εξάγωνα.



























