Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El metro cuadrado
01
τετραγωνικό μέτρο, τετραγωνικό μέτρο
unidad de medida de superficie que equivale a un metro por un metro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
metros cuadrados
Παραδείγματα
La oficina ocupa ciento veinte metros cuadrados.
Το γραφείο καταλαμβάνει εκατόν είκοσι τετραγωνικά μέτρα.



























