el pegamento
Pronunciation
/pˌeɣamˈɛnto/

Ορισμός και σημασία του "pegamento"στα ισπανικά

01

κόλλα, προσκολλητικό

sustancia que sirve para unir objetos entre sí
el pegamento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El pegamento fuerte puede dañar la superficie.
Η ισχυρή κόλλα μπορεί να καταστρέψει την επιφάνεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store