Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pegamento
01
κόλλα, προσκολλητικό
sustancia que sirve para unir objetos entre sí
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El pegamento fuerte puede dañar la superficie.
Η ισχυρή κόλλα μπορεί να καταστρέψει την επιφάνεια.



























