Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La economía
01
οικονομικά
ciencia que estudia la producción, distribución y consumo de bienes y servicios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Estudio economía en la universidad.
Σπουδάζω οικονομικά στο πανεπιστήμιο.
02
οικονομία, σύνολο των οικονομικών πόρων και δραστηριοτήτων μιας χώρας ή περιοχής
conjunto de recursos y actividades económicas de un país o región
Παραδείγματα
La economía del país creció este año.
Η οικονομία της χώρας αυξήθηκε φέτος.



























