Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La biología
[gender: feminine]
01
βιολογία
ciencia que estudia los seres vivos, su estructura, función, evolución y relaciones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La biología es esencial para la medicina y la ecología.
Η βιολογία είναι απαραίτητη για την ιατρική και την οικολογία.



























