Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La geografía
[gender: feminine]
01
γεωγραφία
estudio de la tierra, sus lugares y personas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La geografía explica el clima y el terreno.
Η γεωγραφία εξηγεί το κλίμα και το έδαφος.



























