el japonés
ja
xa
kha
ponés
ˈpones
pones
interésfrancésdespuésinglés

Ορισμός και σημασία του "japonés"στα ισπανικά

01

ιαπωνικά, ιαπωνική γλώσσα

idioma hablado principalmente en Japón 
el japonés definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Estudio japonés en la universidad. 

Μελετώ ιαπωνικά στο πανεπιστήμιο.

01

ιαπωνικός

relativo a Japón o a su cultura 
japonés definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
japonés
αρσενικό πληθυντικό
japoneses
θηλυκό ενικό
japonesa
θηλυκό πληθυντικό
japonesas
Παραδείγματα
Me gusta la comida japonesa. 

Μου αρέσει το ιαπωνικό φαγητό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store