Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ensayo
01
δοκίμιο, πραγματεία
texto escrito en el que se desarrolla un tema con ideas y argumentos propios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ensayos
Παραδείγματα
Escribí un ensayo sobre la educación.
Έγραψα ένα δοκίμιο για την εκπαίδευση.
02
διάβασμα
práctica previa de una obra, actuación o presentación para prepararla
Παραδείγματα
El ensayo de la obra fue muy largo.
Η διάβασμα του έργου ήταν πολύ μεγάλο.



























