Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El heavy metal
01
χέβι μέταλ
género de música rock caracterizado por sonidos fuertes, guitarras eléctricas distorsionadas y ritmos intensos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Me gusta escuchar heavy metal cuando corro.
Μου αρέσει να ακούω heavy metal όταν τρέχω.



























