Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ópera
[gender: feminine]
01
όπερα, μουσικό δράμα
obra teatral que combina música, canto y actuación
Παραδείγματα
La ópera combina música clásica y teatro.
Η όπερα συνδυάζει κλασική μουσική και θέατρο.



























