el canal
Pronunciation
/kanˈal/

Ορισμός και σημασία του "canal"στα ισπανικά

El canal
[gender: masculine]
01

κανάλι

medio o sistema para transmitir señales o información
el canal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
canales
Παραδείγματα
Apaga el canal cuando termines de ver la película.
Σβήσε το κανάλι όταν τελειώσεις να βλέπεις την ταινία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store