el asiento
as
ˈas
as
ien
jen
yen
to
to
to
asimiento

Ορισμός και σημασία του "asiento"στα ισπανικά

01

κάθισμα, θέση

lugar para sentarse 
el asiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
asientos
Παραδείγματα
Encontré un asiento libre en el autobús. 

Βρήκα ένα ελεύθερο κάθισμα στο λεωφορείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store