Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El parquímetro
01
máquina que cobra por estacionar un vehículo en una zona pública , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
parquímetros
Παραδείγματα
Pagó el estacionamiento en el parquímetro.



























