Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La obra
01
θεατρικό έργο, έργο
pieza teatral o artística que se presenta ante un público
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
obras
Παραδείγματα
La obra tiene escenas divertidas y tristes.
Το έργο έχει αστεία και λυπημένα σκηνικά.
02
έργο
trabajo artístico o literario creado por una persona
Παραδείγματα
La obra fue exhibida en un museo internacional.
Το έργο εκτέθηκε σε διεθνές μουσείο.
03
εργοτάξιο, χώρος κατασκευής
lugar donde se realiza una construcción o reparación
Παραδείγματα
Los materiales están guardados en la obra.



























