Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El semáforo
01
φανάρι
dispositivo con luces que regula el tráfico de vehículos y peatones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
semáforos
Παραδείγματα
El semáforo está en la esquina de la calle.
Το φανάρι είναι στη γωνία του δρόμου.



























