Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La autopista
[gender: feminine]
01
αυτοκινητόδρομος
carretera amplia y rápida diseñada para el tránsito de vehículos sin cruces ni semáforos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
autopistas
Παραδείγματα
La autopista es la forma más rápida de llegar al aeropuerto.
Ο αυτοκινητόδρομος είναι ο πιο γρήγορος τρόπος για να φτάσετε στο αεροδρόμιο.



























