Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La salida
01
έξοδος, αποχωρητήριο
acción de salir o lugar por donde se sale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
salidas
Παραδείγματα
La salida del edificio está al final del pasillo.
Η έξοδος του κτιρίου βρίσκεται στο τέλος του διαδρόμου.
Λεξικό Δέντρο
salida
sal
ida



























