Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La salida
01
έξοδος, αποχωρητήριο
acción de salir o lugar por donde se sale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
salidas
Παραδείγματα
Buscamos la salida en caso de emergencia.
Αναζητούμε την έξοδο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
Λεξικό Δέντρο
salida
sal
ida



























