Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La llegada
01
άφιξη, προσέλευση
acto o momento de llegar a un lugar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
llegadas
Παραδείγματα
La llegada del tren fue puntual.
Η άφιξη του τρένου ήταν στην ώρα της.



























