el autobús
au
aw
av
tobús
ˈtoβus
toboos
minibúsmicrobúscruz

Ορισμός και σημασία του "autobús"στα ισπανικά

01

λεωφορείο, λεωφορείο

vehículo grande que transporta muchas personas por la ciudad o entre ciudades 
el autobús definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
autobuses
Παραδείγματα
El autobús llega a las ocho de la mañana. 

Το λεωφορείο φτάνει στις οκτώ το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store