Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El asiento trasero
01
πίσω κάθισμα, οπίσθια θέση
uno de los asientos en la parte de atrás de un vehículo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
asientos traseros
Παραδείγματα
Los niños viajan en los asientos traseros.
Τα παιδιά ταξιδεύουν στις πίσω θέσεις.



























