Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El maletero
01
πορτμπαγκάζ, χώρος αποσκευών
parte trasera del coche donde se guardan equipajes u objetos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
maleteros
Παραδείγματα
Puse las maletas en el maletero del coche.
Έβαλα τις βαλίτσες στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου.
02
αχθοφόρος, πορτιέρης
una persona que ayuda a cargar y transportar el equipaje en una estación
Παραδείγματα
El maletero cargó nuestras pesadas maletas en un carrito.
Ο αχθοφόρος φόρτωσε τις βαριές βαλίτσες μας σε ένα καροτσάκι.



























