el neumático
neumá
ˈneuma
neooma
ti
ti
ti
co
ko
ko
neurótico

Ορισμός και σημασία του "neumático"στα ισπανικά

01

ελαστικό, λαστιχένια ρόδα

pieza de caucho que se coloca en las ruedas de vehículos 
el neumático definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
neumáticos
Παραδείγματα
El neumático del coche está pinchado. 

Το λάστιχο του αυτοκινήτου είναι σκισμένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store