el huérfano
huér
ˈweɾ
ver
fa
fa
fa
no
no
no

Ορισμός και σημασία του "huérfano"στα ισπανικά

01

ορφανός, άτομο που έχει χάσει τους γονείς του

persona que ha perdido a sus padres 
el huérfano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
huérfanos
αρσενικό ενικό
huérfano
θηλυκό ενικό
huérfana
neutral form
persona huérfana
Παραδείγματα
El huérfano vive en un hogar de acogida. 

Ο ορφανός ζει σε ένα οικοτροφείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store