Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La urna
01
τεφροδόχος, υδρία
un recipiente usado para guardar cenizas, documentos u otros objetos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
urnas
Παραδείγματα
La tapa de la urna estaba sellada con cera.
Το καπάκι της τέφρας ήταν σφραγισμένο με κερί.
02
κάλπη, κάλπη ψηφοφορίας
una caja cerrada donde los votantes depositan sus papeletas en una elección
Παραδείγματα
Su futuro político dependía de los papeles dentro de esa urna.
Το πολιτικό του μέλλον εξαρτιόταν από τα έγγραφα μέσα σε εκείνη τη κάλπη.



























