el beso
be
ˈbe
be
so
so
so
pesoyesoquesoeso

Ορισμός και σημασία του "beso"στα ισπανικά

01

φιλί, αγκαλιά

acto de tocar los labios de alguien con afecto o amor 
el beso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
besos
Παραδείγματα
Le dio un beso en la mejilla. 

Της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store