Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cuñado
[gender: masculine]
01
κουνιάδος
el hermano del esposo o de la esposa, o el esposo de tu hermana o cuñada
Παραδείγματα
El cuñado de Pedro es ingeniero.
Ο κουνιάδος του Πέδρο είναι μηχανικός.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κουνιάδος