la nuera
nuera
'nweɾa
nvera
nutra

Ορισμός και σημασία του "nuera"στα ισπανικά

01

νύφη

la esposa del hijo o de la hija de una persona 
la nuera definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
nueras
αρσενικό ενικό
yerno
θηλυκό ενικό
nuera
neutral form
pariente político
Παραδείγματα
Mi nuera es muy amable. 

Η νύφη μου είναι πολύ ευγενική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store