Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El mes pasado
[gender: masculine]
01
προηγούμενος μήνας
el mes inmediatamente anterior al actual
Παραδείγματα
El mes pasado llovió mucho en la ciudad.
Τον προηγούμενο μήνα έβρεξε πολύ στην πόλη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προηγούμενος μήνας