el bado
ˈsa
sa
ba
βa
ba
do
ðo
dho

Ορισμός και σημασία του "sábado"στα ισπανικά

01

Σάββατο, ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί την Παρασκευή και προηγείται της Κυριακής

día de la semana que sigue al viernes y precede al domingo 
el sábado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sábados
Παραδείγματα
El sábado voy al cine. 

Σάββατο, πηγαίνω στον κινηματογράφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store