el lunes
lu
ˈlu
loo
nes
nes
nes

Ορισμός και σημασία του "lunes"στα ισπανικά

01

Δευτέρα, ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί την Κυριακή και προηγείται της Τρίτης

día de la semana que sigue al domingo y precede al martes 
el lunes definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lunes
Παραδείγματα
El lunes comienzo un nuevo proyecto. 

Δευτέρα, ξεκινάω ένα νέο έργο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store