el minuto
mi
mi
mi
nu
ˈnu
noo
to
to
to
astutobismutoabsolutoestatuto

Ορισμός και σημασία του "minuto"στα ισπανικά

01

λεπτό

unidad de tiempo equivalente a sesenta segundos 
el minuto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
minutos
Παραδείγματα
Corrí durante diez minutos en el parque. 

Έτρεξα δέκα λεπτά στο πάρκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store