Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El diario
[gender: masculine]
01
ημερολόγιο, ημερολόγιο
cuaderno donde se escriben pensamientos, experiencias o sucesos día a día
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
diarios
Παραδείγματα
Cada página del diario está fechada.
Κάθε σελίδα του ημερολογίου είναι χρονολογημένη.
02
εφημερίδα, ημερίδα
publicación que aparece todos los días con noticias y artículos
Παραδείγματα
El diario dedicó una página a la economía.
Η εφημερίδα αφιέρωσε μια σελίδα στην οικονομία.
diario
01
καθημερινά, κάθε μέρα
que ocurre todos los días
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Me gusta caminar diario por el parque.
Μου αρέσει να περπατώ κάθε μέρα στο πάρκο.
diario
01
καθημερινός
que ocurre o se hace todos los días
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
diario
αρσενικό πληθυντικό
diarios
θηλυκό ενικό
diaria
θηλυκό πληθυντικό
diarias
Παραδείγματα
Su trabajo diario requiere mucha paciencia.
Η καθημερινή του εργασία απαιτεί πολλή υπομονή.



























