el pasaporte
Pronunciation
/pˌasapˈɔɾte/

Ορισμός και σημασία του "pasaporte"στα ισπανικά

01

διαβατήριο, έγγραφο ταξιδιού

documento oficial que permite viajar a otros países
el pasaporte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pasaportes
Παραδείγματα
Guarda tu pasaporte en un lugar seguro.
Φύλαξε το διαβατήριό σου σε ασφαλές μέρος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store